Οι πράξεις στην εσωτερική αγορά παραμένουν διαχρονικά περιορισμένες για τη συγκεκριμένη περίοδο, κάτι που εξηγείται αφενός από τον χαμηλό όγκο προϊόντος και αφετέρου από τη θολή εικόνα της άμεσης ζήτησης. Παράλληλα, οι πιέσεις στους παραγωγούς έχουν μειωθεί αισθητά. Όσοι είχαν λόγο –ή ανάγκη– να ρευστοποιήσουν, το έπραξαν ήδη, ενώ από εδώ και πέρα το τοπίο στη φυσική αγορά εισέρχεται σε νέα φάση.
Κατά το τελευταίο διάστημα καταγράφηκαν μεμονωμένες πωλήσεις (ένα βυτίο ανά πράξη) από περιοχές της Λακωνίας, με ενδιαφέρον τόσο από Έλληνες εμπόρους όσο και από την ιταλική αγορά. Καλύτερες αποδόσεις σε σχέση με τον μέσο όρο πέτυχαν ο Ελαιουργικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Μεταμόρφωσης, ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Παπαδιανίκων και ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Φοινικίου, διαθέτοντας βυτία εξαιρετικής ποιότητας έξτρα παρθένου ελαιολάδου τριών γραμμών σε τιμές μεταξύ 5,60 και 5,80 ευρώ το κιλό.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σπάνια ελαιόλαδα, τα οποία αναζητούν με επιμονή οι χονδρέμποροι. Στο παρόν εμπορικό περιβάλλον, θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό οι τιμές των κορυφαίων ποιοτικά έξτρα παρθένων να διατηρηθούν άνω των 5,50 ευρώ το κιλό. Αντιθέτως, τα οριακά έξτρα παρθένα και τα ποιοτικά παρθένα αναμένεται να δεχθούν πιέσεις μέσα στον επόμενο μήνα, εξέλιξη που συνδέεται λογικά με την κορύφωση της εποχικής προσφοράς.
Το ισοζύγιο της Ισπανίας για τον Δεκέμβριο κινείται σε παρόμοια επίπεδα με το περσινό κατά τους δύο πρώτους μήνες της εμπορικής χρονιάς. Εφόσον αυτή η τάση επιβεβαιωθεί από τα προσωρινά στοιχεία της κρατικής AICA στις 11 Ιανουαρίου, δεν αποκλείονται άμεσες επιδράσεις και στην ελληνική αγορά. Υπενθυμίζεται ότι την προηγούμενη χρονιά η ισπανική παραγωγή ανήλθε σε 1,415 εκατ. τόνους, ενώ φέτος εκτιμάται οριακά χαμηλότερη.
Παρά τη γενικότερη αβεβαιότητα, οι ρεαλιστικές προσδοκίες τιμών διαμορφώνονται για τα ελαιόλαδα τριών γραμμών μεταξύ 5,00 και 5,80 ευρώ το κιλό, για τα αρκετά οριακά έξτρα παρθένα από 4,20 έως 4,90 ευρώ το κιλό και για τα –πολυάριθμα– ισχυρά παρθένα από 3,50 έως 4,10 ευρώ το κιλό. Προς το παρόν, η γεωγραφική διαφοροποίηση των τιμών παραμένει δύσκολο να αποτυπωθεί με σαφήνεια.
Πληροφορίες αναφέρουν πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά την παγκόσμια παραγωγή στους 3,4 εκατ. τόνους (έναντι 3,5 εκατ. την προηγούμενη χρονιά), με την κατανάλωση να κινείται σε αντίστοιχα επίπεδα: πάνω από 3,0 εκατ. τόνους παγκοσμίως και περίπου 1,4 εκατ. τόνους εντός Ευρώπης. Το ισοζύγιο χαρακτηρίζεται ως πλήρως εξισορροπημένο, με τα τελικά αποθέματα να υπολογίζονται στους 400.000 τόνους στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 372.000 τόνων έναν χρόνο νωρίτερα.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν και οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), το οποίο τοποθετεί την παγκόσμια παραγωγή στους 3,44 εκατ. τόνους, έναντι 3,57 εκατ. τόνων την περίοδο 2024-2025. Ωστόσο, το IOC προβλέπει υψηλότερη κατανάλωση τόσο για πέρυσι όσο και για φέτος, μεταξύ 3,20 και 3,25 εκατ. τόνων. Η μοναδική σοβαρή απόκλιση αφορά την Τυνησία, με την Κομισιόν να εκτιμά παραγωγή 270.000 τόνων και το IOC να ανεβάζει τον πήχη στους 450.000 τόνους.




