Σήμα κινδύνου για πολλές γέφυρες της Ελλάδας

0
127

Έρευνα προσεγγίζει το ζήτημα της αξιολόγησης και συντήρησης των (κατά υπολογισμούς) 17.000 μικρών ή μεγάλων γεφυρών του εθνικού και επαρχιακού οδικού

«Ανοχύρωτες» είναι οι γέφυρες που κατασκευάστηκαν έως το 1982, καθώς μελετήθηκαν με άλλους κανονισμούς και για πολύ χαμηλότερα από τα σημερινά κυκλοφοριακά φορτία, ενώ ακόμα και εκείνες που σχεδιάστηκαν έως το 1993 θεωρούνται πλέον τεχνολογικά ξεπερασμένες. Μελέτη της διαΝΕΟσις για τις γέφυρες στην Ελλάδα αναδεικνύει την ανάγκη αξιολόγησης των οδικών και σιδηροδρομικών γεφυρών της χώρας, τη θέσπιση ορίων φορτίων και ταχύτητας σε όσες είναι δομικά ξεπερασμένες και τη δρομολόγηση ενός προγράμματος συντήρησης, αρχής γενομένης από τις πιο «κρίσιμες» περιπτώσεις.

Η μελέτη «Γέφυρες και Υποδομές στην Ελλάδα – Πώς θα σώσουμε τον δομικό μας πλούτο», που παρουσιάζει η εφημερίδα «Καθημερινή», συντάχθηκε από τετραμελή ομάδα ειδικών επιστημόνων (Αργύρης Πλέσιας, Γεώργιος Σεκαράς, Ολγα Μαρκογιαννάκη, Βασίλειος Μπαρδάκης) και προσεγγίζει το ζήτημα της αξιολόγησης και συντήρησης των (κατά υπολογισμούς) 17.000 μικρών ή μεγάλων γεφυρών του εθνικού και επαρχιακού οδικού, καθώς και του σιδηροδρομικού δικτύου.

Ενα πρώτο βασικό ζήτημα είναι οι προδιαγραφές με τις οποίες οι γέφυρες κατασκευάστηκαν. Οπως αναφέρει η μελέτη, το 1961 «μεταφέρθηκαν» στη χώρα μας οι γερμανικοί κανονισμοί, ενώ η νομοθεσία «συντονίστηκε» με τον αντισεισμικό κανονισμό το 1985. Το 1990 και το 1993 η νομοθεσία ανανεώθηκε, ενώ από το 2006 ξεκίνησε σταδιακά η ενσωμάτωση των νέων ευρωπαϊκών προτύπων («ευρωκώδικες»). «Συνοψίζοντας, οι γέφυρες που μελετήθηκαν πριν από το 1982 πιθανότατα υπολογίστηκαν για αρκετά χαμηλότερα φορτία, ενώ αυτές που σχεδιάστηκαν πριν από το 1961 δεν είχαν σαφές κανονιστικό πλαίσιο. Οι αντισεισμικές προβλέψεις πριν από το 1985 ήταν τουλάχιστον φτωχές, ενώ ακόμη και οι συστάσεις του 1993 θεωρούνται πλέον τεχνολογικά ξεπερασμένες», αναφέρεται στη μελέτη. «Πρακτικά, οι γέφυρες που μελετήθηκαν πριν από το 1982 και παρουσιάζουν μη σεισμικές βλάβες ή φθορές ή αυξημένα φορτία λειτουργίας θα έπρεπε ήδη να αναβαθμίζονται. Ακόμα και οι πιο σύγχρονες γέφυρες, που μελετήθηκαν μετά το 1982 αλλά πριν από το 1993 και παρουσιάζουν σεισμικές βλάβες ή αυξημένα φορτία λειτουργίας θα έπρεπε να ελέγχονται ή να παρακολουθούνται τακτικότερα από τις νέες κατασκευές», σημειώνεται.

Ενώ, «οι παλαιότεροι κανονισμοί δεν είχαν ιδιαίτερες προβλέψεις για την επίδειξη ανθεκτικότητας σε διάρκεια, η αντισεισμική τεχνολογία δεν είχε αναπτυχθεί, οι κακοτεχνίες λόγω έλλειψης προδιαγραφών και εξειδικευμένων συνεργείων ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα όλα αυτά να συντελέσουν στη σταδιακή ανάδειξη λειτουργικών ανεπαρκειών έως και προβλημάτων δομικής ακεραιότητας».

Ενα δεύτερο ζήτημα είναι η γήρανση των υποδομών αυτών και, φυσικά, η απουσία συντήρησης. «Οι κύριοι οδικοί άξονες της χώρας που κατασκευάστηκαν στις δεκαετίες 1950 έως 1980 έχουν μια μέση ηλικία περίπου 50 ετών και οδεύουν προς το τέλος της θεωρητικής ζωής τους, ελλείψει των κατάλληλων μέτρων συντήρησης ή αναβάθμισης. Προβλήματα γήρανσης (μη ανθεκτικότητας σε διάρκεια) αντιμετωπίζουν και οι γέφυρες που βρίσκονται εγκατεστημένες στο λοιπό επαρχιακό, περιφερειακό και εθνικό οδικό δίκτυο». Η συντήρηση των γεφυρών κατά κανόνα δεν είναι συστηματική (με την εξαίρεση των μεγάλων αυτοκινητόδρομων), αλλά σχετίζεται με κάποιο πρόβλημα ή συμβάν.
Πηγή
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ