Οι “ηγέτες” της αγοράς κρατούν χαμηλά την τιμή του ελαιολάδου εν αναμονή της νέας περιόδου

0
25

Πηγή: www.agronews.gr

Οι ηγέτες των αγορών κινούνται δραστήρια προς μια κατεύθυνση χαμηλώματος των τιμών παραγωγού ελαιολάδου με σημείο αναφοράς την επόμενη εμπορική περίοδο. Σε αυτό συνομολογούν τόσο η κατάσταση της φυσικής αγοράς σήμερα, όσο και σενάρια για το μέλλον του κλάδου από την ισπανική Deoleo αλλά και φήμες που ακούγονται από την γειτονική Ιταλία. Η κατάσταση της φυσικής αγοράς στην Ελλάδα έχει ως εξής. Προϊόν υπάρχει, τα αποθέματα δεν ανησυχούν ακόμα παραγωγούς και συνεταιρισμούς, ενώ η ζήτηση από την Ιταλία είναι δεδομένη. Ωστόσο οι πράξεις γίνονται με το σταγονόμετρο με τις όποιες ποσότητες διακινούνται, να απορροφούνται από την εγχώρια βιομηχανία. Σε αυτό το πλαίσιο οι τιμές δεν έχουν υποχωρήσει δραματικά. Στα 3,20 με 3,30 ευρώ ανά κιλό το ταβάνι για το λακωνικό ελαιόλαδο, με τις πράξεις να μην ξεπερνούν τα 2 με 3 βυτία εβδομαδιαίως. Στην Κρήτη οι τρεις γραμμές πληρώνονται με 2,70 ευρώ ανά κιλό, προσφορά που σύμφωνα με πληροφορίες τραβάει και το ενδιαφέρον της εγχώριας τυποποίησης.

Στην Ισπανία τώρα, η μέση τιμή έφτασε ακόμη και τα 2,07 ευρώ ανά κιλό για τα έξτρα παρθένα, ενώ έπειτα από την απόφαση αποθεματοποίησης περί των 300.000 τόνων βιομηχανικού, οι τιμές ανέβηκαν στα 2,20 ευρώ ανά κιλό τις τελευταίες ημέρες. Παράλληλα η Deoleo εξέδωσε μια έκθεση που με αφορμή την κατάσταση παραδοσιακών ελαιώνων στην γειτονική χώρα, υπογραμμίζει την υψηλή παραγωγή ελαιολάδου σε παγκόσμιο επίπεδο η οποία θα οδηγήσει σε σταθερά αποθέματα άνω των 1 εκατ. τόνων.

Στην Ιταλία γράφονται και ακούγονται πολλά για την πορεία των τιμών. Μπορεί η γειτονική χώρα να απολαμβάνει τιμές παραγωγού άνω των 6 ευρώ ανά κιλό, όμως ακριβώς αυτή η διαφορά στην τιμή με το ισπανικό, σταμάτησε να «πείθει» την εγχώρια βιομηχανία. Ήδη σουπερ μάρκετ προχώρησαν σε μεγάλες εκπτώσεις για ιταλικά ελαιόλαδα, που ναι μεν βρίσκονται κοντά στην ημερομηνία λήξης, δεν παύουν όμως να δημιουργούν εντυπώσεις. Συνδυαστικά με αυτό, εκφράζονται ανησυχίες για την εμφάνιση αποθεμάτων στην αρχή της επόμενης χρονιάς, κυριολεκτικά από το πουθενά, ως μια μεθόδευση που θα πιέσει τις τιμές ενόψει και μιας μεγάλης παραγωγής, άνω των 400.000 τόνων.