Δωράκι σε Total και Repsol η απουσία πρόβλεψης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων

0
63

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προβλέπει Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
σε έργα εξερεύνησης υδρογονανθράκων

• Δωράκι σε Total και Repsol η απουσία πρόβλεψης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στις δραστηριότητες εξερεύνησης υδρογονανθράκων στο Ιόνιο.
• Απάντηση Κομισιόν σε Νίκο Χουντή (ΛΑΕ).

Θύμα της μετα-μνημονιακής κανονικότητας πέφτει το θαλάσσιο περιβάλλον από την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να απαλλάξει τις εταιρείες Total και Repsol, που διεξάγουν έρευνες υδρογοναναθράκων στο Ιόνιο, από την υποχρέωση εκπόνησης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Αυτό προκύπτει από την απάντηση του Επιτρόπου Περιβάλλοντος, Karmenu Vella, στον επικεφαλής της εκλογικής επιτροπής της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ), πρώην ευρωβουλευτή, και υποψήφιου βουλευτή στην Α` Αθηνών, Νίκο Χουντή.

Πιο συγκεκριμένα, ο αρμόδιος Επίτροπος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Νίκου Χουντή για την απουσία υποχρέωσης εκπόνησης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας υδρογονανθράκων στην περιοχή του Ιονίου, σημειώνει ότι σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ C-275/09 και C-121/11, εκτός από τις δραστηριότητες εκμετάλλευσης, και οι δραστηριότητες «εξερεύνησης» μπορούν επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/52/ΕΕ για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, εφόσον το αποφασίσουν οι αρμόδιες αρχές.

Στην περίπτωση των εξερευνήσεων στην περιοχή του Ιονίου, η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να απαλλάξει από αυτή την υποχρέωση τις εταιρείες που διενεργούν έρευνες υδρογονανθράκων, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο το θαλάσσιο περιβάλλον και το ευρύτερο δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.

Στην συνέχεια της απάντησής του ο Επίτροπος Περιβάλλοντος υπογραμμίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία για τις Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις και τη Σύμβαση του Άαρχους, όσον αφορά την ενημέρωση του κοινού και την πρόσβασή του σε πληροφορίες, καθώς επίσης, τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ρυθμίσεις που δεν εφαρμόστηκαν στην περίπτωση των ερευνών υδρογονανθράκων στο Ιόνιο.

Ακολουθεί η πλήρης ερώτηση και απάντηση:

Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-002027/2019
προς την Επιτροπή
Άρθρο 130 του Κανονισμού
Nikolaos Chountis (GUE/NGL)
Θέμα: Έρευνα για την εξόρυξη υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου πελάγους

Το 2018, η Ελληνική Κυβέρνηση παραχώρησε, μέσω νόμου, τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου.
Δεδομένου ότι:
– οι ανάδοχες εταιρείες, η Γαλλική «Total» και η ισπανική «Repsol», έχουν ανακοινώσει τη διεξαγωγή γεωφυσικών σεισμικών ερευνών, συνολικής έκτασης περίπου 17.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οι οποίες, με βάση υπουργική απόφαση, εξαιρούνται από την υποχρέωση εκπόνησης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων·
– η έναρξη των εργασιών έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση κατοίκων και φορέων των νησιών του Ιονίου, αφού απειλούνται άμεσα σημαντικά θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα, αλλά και προστατευόμενα είδη, ενώ εκφράζονται έντονες ανησυχίες σε συνδυασμό με τη σεισμικότητα της περιοχής που καθιστούν τις εξορύξεις ιδιαίτερα επικίνδυνες·
– ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας και ο τουρισμός αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων των κατοίκων των νησιών.

Ερωτάται η Επιτροπή:

1. Είναι συμβατή η έρευνα και η εξόρυξη υδρογονανθράκων έχοντας υπόψη τις ανωτέρω καταστάσεις, και, εάν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις, για τα προστατευόμενα θαλάσσια οικοσυστήματα;
2. Προϋποθέτει η ανωτέρω έρευνα την Εφαρμογή της Σύμβασης του Άαρχους; Εάν ναι, τι δικαιώματα στην ενημέρωση και τη συμμετοχή έχουν οι πολίτες;
3. Μπορούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων οι παραπάνω ενέργειες;

EL
E-002027/2019
Απάντηση του κ. Vella
εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(28.6.2019)
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι άδειες αναζήτησης, εξερεύνησης και παραγωγής υδρογονανθράκων χορηγούνται σύμφωνα με συγκεκριμένη διαδικασία και συγκεκριμένες προϋποθέσεις[1].

Τα έργα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ)[2] πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις της, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης διενέργειας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Ενώ οι δραστηριότητες εκμετάλλευσης χαρακτηρίζονται ως «έργα» σύμφωνα με την οδηγία ΕΠΕ, οι δραστηριότητες «εξερεύνησης» μπορούν επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εάν περιλαμβάνουν κατασκευαστικές εργασίες ή επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον και το τοπίο[3].

Ως εκ τούτου, οι ερευνητικές γεωτρήσεις μπορεί να εμπίπτουν στην κατηγορία έργων «γεωτρήσεις μεγάλου βάθους» (παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ), γεγονός που σημαίνει ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφασίζουν, μετά από προέλεγχο, εάν πρέπει να διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων πριν από τη χορήγηση άδειας. Σε ό,τι αφορά τα έργα εκμετάλλευσης, εάν το έργο υπερβαίνει το κατώτατο όριο που αναφέρεται στην οδηγία[4], θα πρέπει να διενεργείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εάν όχι, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να αποφασίσουν κατά πόσον θα πρέπει να διενεργηθεί η εν λόγω εκτίμηση.

Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (σύμβαση του Aarhus)[5] έχουν εφαρμοστεί, μεταξύ άλλων, στη σχετική περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ, όπως η οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία ΕΠΕ.

Η οδηγία ΕΠΕ απαιτεί να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό έγκαιρα και πραγματικά η δυνατότητα να συμμετάσχει στη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, διατυπώνοντας παρατηρήσεις και γνώμες. Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη από την αρμόδια αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης άδειας. Τέλος, η απόφαση χορήγησης ή απόρριψης άδειας ανάπτυξης πρέπει να δημοσιοποιείται και τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι το ενδιαφερόμενο κοινό έχει ευρεία πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο της απόφασης για τη χορήγηση άδειας. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο ο οποίος συνάδει, στο μέτρο του δυνατού, με τους στόχους που καθορίζονται στη σύμβαση του Aarhus[6].

Το Γραφείο Τύπου 2.7.2019