Ήρθαν για να μείνουν τα 3,50 ευρώ στο ελαιόλαδο

0
107

Σταθεροποίηση στα πρόσφατα υψηλά για την αγορά ελαιολάδου, η οποία όπως όλα δείχνουν, ετοιµάζεται για νέα ανοδική πορεία τις επόµενες εβδοµάδες, µε δεδοµένη την περαιτέρω ενίσχυση της ζήτησης από τους τελικούς καταναλωτές αλλά και την µάλλον µετριοπαθή χρονιά από άποψη όγκων που προµηνύεται για την επόµενη καλλιεργητική περίοδο.

Έτσι οι τιµές στην Ελλάδα κράτησαν τα υψηλά των 3,51 ευρώ το κιλό τις τελευταίες δύο εβδοµάδες, µε τον µεγαλύτερο όγκο πράξεων να γίνεται στα 3,42 ευρώ το κιλό και την αγορά να αναµένει ανανέωση του ενδιαφέροντος από την επόµενη εβδοµάδα. Όπως εκτιµούν άνθρωποι της αγοράς, η σχετική στασιµότητα ενδέχεται να οφείλεται σε µια προσπάθεια των Ιταλών εισαγωγέων να περιορίσουν την ανοδική τάση της αγοράς, ωστόσο οι αντιστάσεις αυτές αναµένεται να λυγίσουν όσο αποκαθίσταται σταδιακά η κανονικότητα στις χώρες της Ευρώπης και ενόψει της τουριστικής περιόδου.

Ανά περιοχή, στη Μεσσηνία οι τιµές για τα συµβατικά έξτρα παρθένα ελαιόλαδα κινούνται γύρω από τα 3,40 ευρώ το κιλό, µε την υψηλότερη τιµή, εκείνη που πέτυχε προ ολίγων ηµερών ο Συνεταιρισµός Γλυφάδας, στα 3,51 ευρώ για ΠΟΠ ελαιόλαδο. Αντίστοιχα επίπεδα καταγράφει και η Λακωνία, µε τον συνεταιρισµό Κροκεών να πουλάει 2 βυτία στα 3,50 ευρώ το κιλό και τις πολλές ποσότητες να φεύγουν από τις συνεταιριστικές δεξαµενές της περιοχής στα 3,42 ευρώ. Στην Κρήτη η ανοδική τάση δεν έχει ακόµα εδραιωθεί, µε ελάχιστες πράξεις να σηµειώνονται πάνω από τα 3,10 ευρώ το κιλό, αν και το επίπεδο των 3 ευρώ το κιλό δείχνει πως έχει πλέον κατοχυρωθεί και στο νησί.

Εν τω µεταξύ, σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες αγορές της Μεσογείου, η συνεπής στάση των Ιταλών να µην συζητούν για τα διαθέσιµα αποθέµατά τους, διαµορφώνει ένα κλίµα αισιοδοξίας, αφού αρκετοί ερµηνεύουν τη σιωπή ως αποδοχή χαµηλών αποθεµάτων στις δεξαµενές.

Υπενθυµίζεται η φηµολογία των προηγούµενων εβδοµάδων που ήθελε τα διαθέσιµα αποθέµατα έξτρα παρθένων ελαιολάδων της χώρας να µην υπερβαίνουν τους 70.000 τόνους, ενώ άλλοι τόσοι τόνοι εµπίπτουν στην κατηγορία των παρθένων. Επιπλέον η χώρα δείχνει να έχει σηµαντικό πρόβληµα στον ελαιώνα της, το οποίο προκλήθηκε από το κύµα παγετού του Απριλίου, που έπληξε οπωρώνες και στην περιοχή. Σε κάθε περίπτωση οι τιµές παραµένουν στάσιµες και στις εσωτερικές αγορές της Ιταλίας, µε τα έξτρα παρθένα ελαιόλαδα µε οξύτητα κάτω των 4 γραµµών να υπερβαίνουν τα 5 ευρώ µόνο στις περιπτώσεις των βιολογικών. Σηµειώνεται ότι εδώ και λίγο καιρό στο Μπάρι έχει διαµορφωθεί νέα κατηγορία για τα έξτρα παρθένα ελαιόλαδα χαµηλής οξύτητας, µε εκείνα που κυµαίνονται µεταξύ του 0,5 και του 0,8 να πωλούνται σε επίπεδα τιµών κάτω των 4,50 ευρώ το κιλό.

Στην Ισπανία η αγορά δείχνει και εκεί να «παίρνει» µερικές «ανάσες» στα 3,34 ευρώ το κιλό µέση τιµή, έπειτα από το απότοµο ράλι που οδήγησε σε άνοδο άνω του 50% στις τιµές παραγωγού συγκριτικά µε την αντίστοιχη περίοδο το 2020. Και εδώ φυσικά τα θεµελιώδη της αγοράς υποδεικνύουν νέα ανοδική πορεία, αφού οι επίσηµες ανακοινώσεις έριξαν την εκτιµώµενη παραγωγή του 2020 στους 1,4 εκατ. τόνους, 300.000 τόνους λιγότερους από αυτούς που υπολόγιζαν οι βιοµηχανίες της Ιβηρικής. Εν τω µεταξύ και οι εκτιµήσεις για την επερχόµενη παραγωγή δεν είναι ενθαρρυντικές, αφού έχουν ήδη καταγραφεί επιπλοκές στην ανθοφορία των δέντρων.

Αυξάνεται η ζήτηση από τις ΗΠΑ που διαµορφώνουν αγορά 400.000 τόνων.

Σε ιστορικά υψηλά βρίσκεται η ζήτηση ελαιολάδου στις Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικής, µε τις εισαγωγές του προϊόντος να έχουν υπερβεί τους 390.000 τόνους και να οδηγούνται προς τους 400.000 τόνους, σύµφωνα µε στοιχεία που παραθέτει το ∆ιεθνές Συµβούλιο Ελαιοκοµίας. Τα µερίδια της Ελλάδας ωστόσο βρίσκονται στάσιµα πέριξ των 11.000 τόνων, µε την Πορτογαλία από την άλλη να αυξάνει τις εξαγωγές της κατά 700% µέσα σε ένα έτος.

Φυσικά σε αυτό συνέβαλε και ο αµερικανικός δασµός που τέθηκε σε ισχύ το 2018, ωστόσο δεν παύουν να εντυπωσιάζουν οι επιδόσεις των Πορτογάλων, που πλέον παύουν να θεωρούνται ανερχόµενη δύναµη, αλλά διαµορφωτές της παγκόσµιας αγοράς.

Να σηµειωθεί ότι πάνω από την Ελλάδα βρίσκονται και η Τουρκία και η Τυνησία, µε την πρώτη ωστόσο να βλέπει τα µερίδιά της να υποχωρούν κατά 13%, σε αντίθεση µε την Τυνησία, που κατέγραψε άνοδο άνω του 180%.

Πηγή : www.agronews.gr