Άρμα στις εξαγωγές τροφίμων το παρθένο ελαιόλαδο

0
259

Αύξηση κατά 347 εκατ. ευρώ παρουσίασαν οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών στο διάστημα 2017-2018, με οδηγό το παρθένο ελαιόλαδο!

Όπως προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία του Συνδέσμου Εξαγωγέων Ελλάδος, τα οποία προήλθαν από ανάλυση του Ινστιτούτου Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ), οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών, ανήλθαν στο ποσό των 5,430 δισ. το 2018 έναντι 5,082 δισ. το 2017.

Οι εξαγωγές του παρθένου ελαιόλαδου το 2018 ανήλθαν σε 530 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 117 εκατ. ευρώ, με τη μεταβολή αυτή να οφείλεται κυρίως στην ενίσχυση των εξαγωγών προς την Ιταλία (κατά 82 εκατ).

Παράλληλα, τα τυροκομικά προϊόντα συνεισέφεραν αισθητά στη θετική μεταβολή των εξαγωγών του κλάδου (αύξηση κατά 20 εκατ.), ενώ τρίτο σημαντικότερο προϊόν αποτέλεσαν οι ελιές. Την πρώτη δεκάδα προϊόντων συμπληρώνουν οι τσιπούρες (4,6% μερίδιο εξαγωγών κλάδου), τα ροδάκινα (4,1%), τα λαβράκια (3,7%), διάφορα παρασκευάσματα διατροφής (3,6%), το γιαούρτι (2,6%), τα πορτοκάλια (2,5%) και τα ακτινίδια (2,3%).

Αναφορικά με τις χώρες όπου αποστέλλονται τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά, η Ιταλία κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο με ποσοστό 18,2%, με τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθούν με 14,4% και 6,9% αντίστοιχα. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον τέταρτο σημαντικότερο προορισμό για τις ελληνικές εξαγωγές του κλάδου, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6% στο διάστημα 2017-2018, ενώ η Κύπρος και η Βουλγαρία κατέχουν σημαντικά μερίδια (5,2% και 4,8% αντίστοιχα). Η Ισπανία κατέχει την 7η θέση με εξαγωγές 218 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 27 εκατ. ευρώ, συγκριτικά με το 2017, ενώ ακολουθούν η Ρουμανία (4,0% μερίδιο εξαγωγών κλάδου), η Γαλλία (3,9%) και η Ολλανδία (3,9%).

Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Δρ. Γιώργος Κωνσταντόπουλος, «η απαράμιλλη ποιότητα, η υπέροχη γεύση και η διατροφική αξία των ελληνικών τροφίμων αποτελούν το διαβατήριο εισόδου για τις διεθνείς αγορές, καθώς τα προϊόντα μας είναι η βάση της μεσογειακής διατροφής την οποία ακολουθούν εκατομμύρια καταναλωτές ανά τον κόσμο. Επομένως, η ελληνική κουζίνα γνωρίζει συνεχώς αυξημένη διεθνή ζήτηση είτε είναι μακεδονική, κρητική, ρουμελιώτικη, ηπειρωτική ή νησιωτική, στην οποία πρέπει να ανταποκριθούμε παράγοντας διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας».

Ιδιαίτερα θετική εξέλιξη αποτέλεσε και η μείωση των εισαγωγών κατά 21 εκατ. ευρώ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση, αντίστοιχα, του εμπορικού ελλείμματος του κλάδου κατά 368 εκατ. ευρώ, δηλαδή 48,1%.